ἄρουρα

ἄρουρα
a ro u ra i
fem nom/voc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀρούρᾳ — ἀρούρᾱͅ , ἄρουρα a ro u ra i fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άρουρα — η (AM ἄρουρα) 1. η καλλιεργημένη ή καλλιεργήσιμη περιοχή 2. τα χωράφια, οι αγροί 3. η γη, το έδαφος 4. το χώμα 5. μέτρο εδαφικής έκτασης στην Αίγυπτο 6. (μτφ. για γυναίκα) αυτή που δέχεται σπέρμα και τεκνοποιεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < *αρουρ ya < (αθέμ …   Dictionary of Greek

  • ἀρούρας — ἀρούρᾱς , ἄρουρα a ro u ra i fem acc pl ἀρούρᾱς , ἄρουρα a ro u ra i fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρουράων — ἀρουρά̱ων , ἄρουρα a ro u ra i fem gen pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρουρέων — ἄρουρα a ro u ra i fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρουρῶν — ἄρουρα a ro u ra i fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρούραις — ἄρουρα a ro u ra i fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρούραισι — ἄρουρα a ro u ra i fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρούραισιν — ἄρουρα a ro u ra i fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρούρης — ἄρουρα a ro u ra i fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.